Το ζήτημα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης είναι τόσο σοβαρό που εδώ και χρόνια η πολιτεία έχει θεσπίσει όρια εκπομπής ρύπων για κάθε κατηγορία οχήματος που κυκλοφορεί και μάλιστα υποχρεώνει τον ιδιοκτήτη να ελέγχει εξαμηνιαίως ή ετησίως το όχημα του και να φέρει σε αυτό την Κάρτα Ελέγχου Καυσαερίων. Επίσης έχει εξουσιοδοτήσει φορείς όπως το Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και τα Κ.Τ.Ε.Ο. να ελέγχουν τα οχήματα σε ότι αφορά τους εκπεμπόμενους ρύπους.
Οι κυριότεροι ρυπαντές που προκύπτουν από την καύση των υγρών καυσίμων των οχημάτων και ελέγχονται από τα Κ.Τ.Ε.Ο. είναι το μονοξείδιο του άνθρακα (CO) και οι υδρογονάνθρακες (HC) στα βενζινοκίνητα και υγραεριοκίνητα οχήματα και η αιθάλη (κάπνα) στα πετρελαιοκίνητα. Ο έλεγχος αυτός γίνεται με τη βοήθεια του αναλυτή καυσαερίων για τα βενζινοκίνητα-υγραεριοκίνητα οχήματα και του αιθαλόμετρου για τα πετρελαιοκίνητα.
Ο αναλυτής καυσαερίων μετρά εκτός από το μονοξείδιο του άνθρακα (CO) και τους υδρογονάνθρακες (HC), και το λόγο λ που δεν αποτελεί ρυπαντή, αλλά είναι μια ένδειξη που προκύπτει, από τις παραμέτρους διαφόρων τιμών και δείχνει τη σωστή καύση και λειτουργία του κινητήρα και του καταλύτη του αυτοκίνητου μας. Το αιθαλόμετρο μετρά την ποσότητα αιθάλης που περιέχεται στα καυσαέρια και είναι υπεύθυνη για το σκουρόχρωμο καπνό που εκπέμπουν τα πετρελαιοκίνητα οχήματα.
Κατά τη διαδικασία της μέτρησης των καυσαερίων ενός οχήματος ο κινητήρας έρχεται σε κανονική θερμοκρασία λειτουργίας. Η εξάτμιση του οχήματος θα πρέπει να είναι στεγανή, χωρίς διαρροές. Στα βενζινοκίνητα οχήματα ο νομοθέτης προβλέπει δύο μετρήσεις, μία στις 2500rpm και μία στο ρελαντί, ενώ στα πετρελαιοκίνητα δύο (2) διαδοχικές μετρήσεις στο όριο των στροφών του κινητήρα (μόνον στην περίπτωση που με αυτές τις μετρήσεις δεν επιτυγχάνονται οι τιμές που ορίζει η νομοθεσία, προβαίνουμε σε άλλες τρεις (3) μετρήσεις από τις οποίες βγαίνει μία μέση τιμή για τα επίπεδα της θολερότητας στα καυσαέρια ενός πετρελαιοκίνητου οχήματος).
Ο έλεγχος φώτων που διεξάγεται κατά την διάρκεια του τεχνικού ελέγχου αποτελείται από τρεις διαφορετικούς τομείς. Ο πρώτος αφορά στην λειτουργία όλων των λυχνιών του οχήματος. Γίνεται οπτικά από τον ελεγκτή, ο οποίος διαδοχικά ελέγχει την ορθή λειτουργία, τον σωστό χρωματισμό, και την ένταση των φώτων θέσης, διασταύρωσης, πορείας, δεικτών κατεύθυνσης, πέδησης, ομίχλης, αλάρμ και φώτα πινακίδας. Παράλληλα ελέγχεται και η απρόσκοπτη λειτουργία των διακοπτών χειρισμού των ανωτέρω.
Οι εναπομείναντες δυο τομείς ελέγχονται με την χρήση ενός οργάνου μέτρησης που καλείται φωτόμετρο.
Ο δεύτερος τομέας ελέγχου αφορά στην ορθή σκόπευση των φώτων διασταύρωσης και πορείας. Πιο συγκεκριμένα μέσω του φωτομέτρου μετράται η απόκλιση της εκπεμπόμενης από το όχημα φωτεινής δέσμης, κατά τον κατακόρυφο άξονα, σε σχέση με την κλίση που αναγράφει στα φανάρια ο κατασκευαστής. Επιπλέον μετράται η οριζόντια απόκλιση του φαναριού κατά τον οριζόντιο άξονα, δηλαδή κατά πόσο το φανάρι είναι στραμμένο προς τα αριστερά ή προς τα δεξιά.
Ο τρίτος και τελευταίος τομέας αφορά στην μέτρηση της έντασης των φώτων διασταύρωσης και πορείας. Μέσω του φωτομέτρου μετράται η φωτεινή ένταση της εκπεμπόμενης δέσμης, η οποία πρέπει να εμπίπτει στα επιτρεπόμενα όρια.
Ο έλεγχος των φώτων ενός οχήματος αποτελεί ένα τομέα κεφαλαιώδους σημασίας για την ασφαλή μετακίνηση μας. Η ορθή λειτουργία όλων των φωτιστικών στοιχείων του οχήματος εξασφαλίζει την έγκαιρη προειδοποίηση των υπολοίπων οδηγών για ενδεχόμενη αλλαγή της πορείας μας, ή για απότομη επιβράδυνση μας. Επιπλέον κατά τη διάρκεια νυχτερινής οδήγησης τα φώτα μας καθορίζουν την θέση του οχήματος μας στο οδόστρωμα, ενώ έχοντας ορθή σκόπευση εξασφαλίζουν το βέλτιστο οπτικό πεδίο για μας, χωρίς να παρενοχλούν τα αντιθέτως ερχόμενα οχήματα.